âne

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

âne < παλαιογαλλική asne < λατινική asinus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

âne 
ΔΦΑ : /ɑn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
âne ânes

âne (fr) αρσενικό (θηλυκό ânesse)

  1. (ζωολογία) ο γάιδαρος, το γαϊδούρι
    âne, ânesse, ânon - γάιδαρος, γαϊδούρα, γαϊδουράκι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ânesse, ânon, baudet, bourricot, bourrique
  2. (μεταφορικά) ο χαζός, ο ανόητος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bête, idiot, ignorant
  3. (οικείο) peau d'âne - το δίπλωμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: diplôme

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]