Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βάσιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βάσιος οι Βάσιοι
      γενική του Βάσιου των Βάσιων
    αιτιατική τον Βάσιο τους Βάσιους
     κλητική Βάσιε Βάσιοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βάσιος < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈva.sços/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βάσιος

Κύριο όνομα 1

[επεξεργασία]

Βάσιος αρσενικό

Κύριο όνομα 2

[επεξεργασία]

Βάσιος αρσενικό (θηλυκό Βάσιου)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]