Νίγηρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Νίγηρας οι Νίγηρες
      γενική του Νίγηρα των Νιγήρων
    αιτιατική τον Νίγηρα τους Νίγηρες
     κλητική Νίγηρα Νίγηρες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Η θέση του Νίγηρα στο χάρτη.

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Η θέση του ποταμού Νίγηρα στο χάρτη.

Νίγηρας αρσενικό

  1. χώρα της Δυτικής Αφρικής
  2. ποταμός της Δυτικής Αφρικής

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]