Μετάβαση στο περιεχόμενο

Παπουτσωμένος Γάτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Παπουτσωμένος Γάτος < παπουτσωμένος + γάτος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική Chat botté  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Παπουτσωμένος Γάτος αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]