Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τίτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τίτος < (άμεσο δάνειο) λατινική Titus

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τίτος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (χριστιανισμός) δεκαέπτε βιβλίο της Καινής Διαθήκης, που αποτελείται από τρία μόνο κεφάλαια.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]