άγδαρτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγδαρτος άγδαρτη άγδαρτο
γενική άγδαρτου άγδαρτης άγδαρτου
αιτιατική άγδαρτο άγδαρτη άγδαρτο
κλητική άγδαρτε άγδαρτη άγδαρτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγδαρτοι άγδαρτες άγδαρτα
γενική άγδαρτων άγδαρτων άγδαρτων
αιτιατική άγδαρτους άγδαρτες άγδαρτα
κλητική άγδαρτοι άγδαρτες άγδαρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγδαρτος < α- στερητικό + γδαρ- (< γδέρνω) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άγδαρτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει γδαρθεί, έχει ακόμα το δέρμα του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]