έκδοτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έκδοτος έκδοτη έκδοτο
γενική έκδοτου έκδοτης έκδοτου
αιτιατική έκδοτο έκδοτη έκδοτο
κλητική έκδοτε έκδοτη έκδοτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έκδοτοι έκδοτες έκδοτα
γενική έκδοτων έκδοτων έκδοτων
αιτιατική έκδοτους έκδοτες έκδοτα
κλητική έκδοτοι έκδοτες έκδοτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκδοτος < αρχαία ελληνική ἔκδοτος (παραδομένος) < ἐκδίδωμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έκδοτος, -η, -ο

  1. παραδομένος (στις ηδονές), ακόλαστος, έκλυτος
    διήγε βίον ακόλαστον και έκδοτον εις τας πάσης φύσεως ηδονάς της εξουσίας (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26 Απριλίου 2009)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]