έμβασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έμβασμα τα εμβάσματα
      γενική του εμβάσματος των εμβασμάτων
    αιτιατική το έμβασμα τα εμβάσματα
     κλητική έμβασμα εμβάσματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμβασμα < (εμβάζω ( εμβασ- + -μα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈeɱ.va.zma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έμ‐βα‐σμα
παρώνυμο: έμβυσμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμβασμα ουδέτερο

  • αποστολή ενός χρηματικού ποσού από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο, συνήθως ως τρόπος πληρωμής μέσω τραπέζης.
    Πολλές οικογένειες συντηρούνται από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων μελών τους.
    • (η συνηθέστερη σημασία) το χρηματικό ποσό που κάποιος μετανάστης στέλνει σε συγγενείς, -ή του στην πατρίδα του
      ※  [Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα] ...Η μεγάλη μάζα των Ελλήνων της διασποράς ανήκε σε μεσοαστικά ή μικροαστικά στρώματα. Σε μεγάλο ποσοστό ήταν μετανάστες, διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τις οικογένειες που άφησαν πίσω τους και έστελναν σημαντικό μέρος από το εισόδημά τους στους δικούς τους, στην πατρίδα. Αυτά τα εμβάσματα είχαν για την Ελλάδα μεγάλη σημασία και οι επιπτώσεις τους στην εθνική οικονομία ήταν τουλάχιστον το ίδιο σημαντικές με τις αντίστοιχες των μεγάλων κεφαλαίων της ομογένειας (σελ.41, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ' Λυκείου, ΟΕΔΒ χ.χ.)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]