έμβασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμβασμα εμβάσματα
γενική εμβάσματος εμβασμάτων
αιτιατική έμβασμα εμβάσματα
κλητική έμβασμα εμβάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμβασμα < (εμβάζω( εμβασ- + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έμβασμα ουδέτερο

  • αποστολή ενός χρηματικού ποσόποσού από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο, συνήθως ως τρόπος πληρωμής μέσω τραπέζης.
    Πολλές οικογένειες συντηρούνται από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων μελών τους.
    • (η συνηθέστερη σημασία) το χρηματικό ποσό που κάποιος μετανάστης στέλνει σε συγγενείς, -ή του στην πατρίδα του
      ※ [Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα] ...Η μεγάλη μάζα των Ελλήνων της διασποράς ανήκε σε μεσοαστικά ή μικροαστικά στρώματα. Σε μεγάλο ποσοστό ήταν μετανάστες, διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τις οικογένειες που άφησαν πίσω τους και έστελναν σημαντικό μέρος από το εισόδημά τους στους δικούς τους, στην πατρίδα. Αυτά τα εμβάσματα είχαν για την Ελλάδα μεγάλη σημασία και οι επιπτώσεις τους στην εθνική οικονομία ήταν τουλάχιστον το ίδιο σημαντικές με τις αντίστοιχες των μεγάλων κεφαλαίων της ομογένειας (σελ.41, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ' Λυκείου, ΟΕΔΒ χ.χ.)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]