αβδελλάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβδελλάς < ἀβδελλᾶς < ἀβδέλλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβδελλάς αρσενικό

  • ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης
  • το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]