αβυσσοπελάγιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβυσσοπελάγιος η αβυσσοπελάγια το αβυσσοπελάγιο
      γενική του αβυσσοπελάγιου της αβυσσοπελάγιας του αβυσσοπελάγιου
    αιτιατική τον αβυσσοπελάγιο την αβυσσοπελάγια το αβυσσοπελάγιο
     κλητική αβυσσοπελάγιε αβυσσοπελάγια αβυσσοπελάγιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβυσσοπελάγιοι οι αβυσσοπελάγιες τα αβυσσοπελάγια
      γενική των αβυσσοπελάγιων των αβυσσοπελάγιων των αβυσσοπελάγιων
    αιτιατική τους αβυσσοπελάγιους τις αβυσσοπελάγιες τα αβυσσοπελάγια
     κλητική αβυσσοπελάγιοι αβυσσοπελάγιες αβυσσοπελάγια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβυσσοπελάγιος < άβυσσος + πελάγιος

Επίθετο[επεξεργασία]

αβυσσοπελάγιος, -α, -ο

  • (βιολογία) χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα στήλη ύδατος που φθάνει σε βάθος της θάλασσας μέχρι τη ζώνη της αβύσσου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]