αθέρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αθέρας αθέρες
γενική αθέρα αθέρων
αιτιατική αθέρα αθέρες
κλητική αθέρα αθέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αθέρας < αρχαία ελληνική ἀθήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αθέρας αρσενικό (& θηλυκό αθέρα)

  1. ο αθήρ
  2. η κόψη οργάνων που κόβουν (μαχαιριών, ξυραφιών κλπ)
  3. (μεταφορικά) η αφρόκρεμα
  4. (λογοτεχνία) αιθέρας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]