αφρόκρεμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφρόκρεμα οι αφρόκρεμες
      γενική της αφρόκρεμας
    αιτιατική την αφρόκρεμα τις αφρόκρεμες
     κλητική αφρόκρεμα αφρόκρεμες
Προφέρεται με συνίζηση ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφρόκρεμα < αφρ(ός) + -ό- + κρέμα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈfro.kre.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐φρό‐κρε‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφρόκρεμα θηλυκό

  1. η αφρώδης λιπαρή κρέμα που τοποθετείται στην κορυφή κάποιων γλυκών ή γλυκισμάτων
  2. (οικείο, μεταφορικά) το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου
     συνώνυμα: ελίτ, ΑΑ
  3. (οικείο, μεταφορικά) αριστοκρατία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]