αφρόκρεμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈfɾo.kɾe.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐φρό‐κρε‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφρόκρεμα θηλυκό
- (οικείο, μεταφορικά) το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου
- ※ Εκτός από την «αφρόκρεμα» του πνευματικού κόσμου, τη διάλεξη παρακολουθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός φοιτητών, με ενδιαφέρον γύρω από το γλωσσικό ζήτημα
- Ελένη Πριοβόλου, Για τ' όνειρο πώς να μιλήσω, κεφ. 7, εκδόσεις Καστανιώτη, 2012
- ※ Στο σπίτι του, που ήταν ένα σωστό παλάτι στην παραλία της Μοντάζα, προσερχόταν όλη η αφρόκρεμα της αλεξανδρινής κοινωνίας και είχε φιλοξενήσει βασιλιάδες, πρίγκιπες, ζωγράφους, ποιητές και φιλοσόφους.
- Χριστίνα Πουλίδου, Πέρα δώθε, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019
- ≈ συνώνυμα: ελίτ, κρεμ ντε λα κρεμ, ΑΑ
- ※ Εκτός από την «αφρόκρεμα» του πνευματικού κόσμου, τη διάλεξη παρακολουθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός φοιτητών, με ενδιαφέρον γύρω από το γλωσσικό ζήτημα
- (οικείο, μεταφορικά) η αριστοκρατία
- (κυριολεκτικά, μαγειρική)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάτι εκλεκτό
αριστοκρατία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αφρόκρεμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 αφρόκρεμα - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αφρόκρεμα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αφρό- από το αφρός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικείοι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)