Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφρόκρεμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφρόκρεμα οι αφρόκρεμες
      γενική της αφρόκρεμας
    αιτιατική την αφρόκρεμα τις αφρόκρεμες
     κλητική αφρόκρεμα αφρόκρεμες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφρόκρεμα < αφρό- + κρέμα[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈfɾo.kɾe.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αφρόκρεμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αφρόκρεμα θηλυκό

  1. (οικείο, μεταφορικά) το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου
      Εκτός από την «αφρόκρεμα» του πνευματικού κόσμου, τη διάλεξη παρακολουθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός φοιτητών, με ενδιαφέρον γύρω από το γλωσσικό ζήτημα
    Ελένη Πριοβόλου, Για τ' όνειρο πώς να μιλήσω, κεφ. 7, εκδόσεις Καστανιώτη, 2012
      Στο σπίτι του, που ήταν ένα σωστό παλάτι στην παραλία της Μοντάζα, προσερχόταν όλη η αφρόκρεμα της αλεξανδρινής κοινωνίας και είχε φιλοξενήσει βασιλιάδες, πρίγκιπες, ζωγράφους, ποιητές και φιλοσόφους.
    Χριστίνα Πουλίδου, Πέρα δώθε, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2019
     συνώνυμα: ελίτ, κρεμ ντε λα κρεμ, ΑΑ
  2. (οικείο, μεταφορικά) η αριστοκρατία
  3. (κυριολεκτικά, μαγειρική)
    1. η κρέμα που σχηματίζεται από το βούτυρο στην επιφάνεια του γάλακτος[2]
       συνώνυμα: ανθόγαλα
    2. η κρέμα σαντιγί[2]
    3. αφρώδης κρέμα για γλυκά με ζάχαρη και αβγά[3]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αφρόκρεμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 αφρόκρεμα -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. αφρόκρεμα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)