αιμομικτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αιμομικτικός αιμομικτική αιμομικτικό
γενική αιμομικτικού αιμομικτικής αιμομικτικού
αιτιατική αιμομικτικό αιμομικτική αιμομικτικό
κλητική αιμομικτικέ αιμομικτική αιμομικτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιμομικτικοί αιμομικτικές αιμομικτικά
γενική αιμομικτικών αιμομικτικών αιμομικτικών
αιτιατική αιμομικτικούς αιμομικτικές αιμομικτικά
κλητική αιμομικτικοί αιμομικτικές αιμομικτικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμομικτικός < αιμομίκτης + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

αιμομικτικός, -ή, -ό

  1. που έχει το χαρακτήρα της αιμομιξίας
    αιμομικτικός γάμος, αιμομικτική σχέση

Άλλες γραφές[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]