αιμομιξία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμομιξία αιμομιξίες
γενική αιμομιξίας αιμομιξιών
αιτιατική αιμομιξία αιμομιξίες
κλητική αιμομιξία αιμομιξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμομιξία < → δείτε τις λέξεις: αιμο- και μίξη.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.mɔ.mi.ˈksi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμομιξία θηλυκό

  1. σεξουαλική επαφή ανάμεσα σε άτομα που έχουν στενή σχέση που απαγορεύει το γάμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]