αιμόσταση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμόσταση αιμοστάσεις
γενική αιμόστασης
& αιμοστάσεως
αιμοστάσεων
αιτιατική αιμόσταση αιμοστάσεις
κλητική αιμόσταση αιμοστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμόσταση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hémostase < ελληνιστική κοινή αἱμόστασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμόσταση θηλυκό

  1. η διακοπή της αιμορραγίας
    σπάνιο εύρημα θεωρείται η χάλκινη αιμοστατική λαβίδα με αυτόματο κλείσιμο και τα χάλκινα αιμοστατικά καυτήρια για την αιμόσταση με καυτηριασμό των επιφανειακών τραυμάτων ή για βαθιά τραύματα. (από το άρθρο "O θαυμαστός κόσμος της αρχαίας Iατρικής", εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14 Ιουλίου 2002)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]