αιτίαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιτίαση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιτίαση θηλυκό

  1. στοχευμένη κατηγορία, κατηγορία στρεφόμενη έναντι κάποιου
    αρκετά ανέχτηκα τις ανακριβείς αιτιάσεις στο πρόσωπό μου
  2. διατύπωση ήπιας διαμαρτηρίας προς όργανο του κράτους ή της διοίκησης αυτού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη - αιτίαση[1]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]