ακαρίκωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακαρίκωτος ακαρίκωτη ακαρίκωτο
γενική ακαρίκωτου ακαρίκωτης ακαρίκωτου
αιτιατική ακαρίκωτο ακαρίκωτη ακαρίκωτο
κλητική ακαρίκωτε ακαρίκωτη ακαρίκωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακαρίκωτοι ακαρίκωτες ακαρίκωτα
γενική ακαρίκωτων ακαρίκωτων ακαρίκωτων
αιτιατική ακαρίκωτους ακαρίκωτες ακαρίκωτα
κλητική ακαρίκωτοι ακαρίκωτες ακαρίκωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαρίκωτος < α- + καρικώνω + -τός < ιταλική carico < caricare < υστερολατινική caricare < carrico < λατινική carrus < γαλατικά karros < πρωτοκελτικά *karros (κάρο) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kr̥s-o- < *ḱers- (τρέχω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαρίκωτος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]