ακατάκτητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.kaˈta.kti.tos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐κα‐τά‐κτη‐τος
Επίθετο
[επεξεργασία]ακατάκτητος, -η, -ο
- που δεν έχει κατακτηθεί (συνήθως με την έννοια της κατοχής από ξένη δύναμη), που δεν έχει χάσει την κυριαρχία του
- που δεν μπορεί να κατακτηθεί, απόρθητος, ακατανίκητος
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ακατάκτητος
Πηγές
[επεξεργασία]- ακατάκτητος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ακατάκτητος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)