ακατάκτητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακατάκτητος ακατάκτητη ακατάκτητο
γενική ακατάκτητου ακατάκτητης ακατάκτητου
αιτιατική ακατάκτητο ακατάκτητη ακατάκτητο
κλητική ακατάκτητε ακατάκτητη ακατάκτητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακατάκτητοι ακατάκτητες ακατάκτητα
γενική ακατάκτητων ακατάκτητων ακατάκτητων
αιτιατική ακατάκτητους ακατάκτητες ακατάκτητα
κλητική ακατάκτητοι ακατάκτητες ακατάκτητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατάκτητος < α- + κατακτώ + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακατάκτητος,η,ο

  1. που δεν έχει κατακτηθεί (συνήθως με την έννοια της κατοχής από ξένη δύναμη), που δεν έχει χάσει την κυριαρχία του
  2. που δεν μπορεί να κατακτηθεί, απόρθητος, ακατανίκητος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]