ακοροΐδευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακοροΐδευτος ακοροΐδευτη ακοροΐδευτο
γενική ακοροΐδευτου ακοροΐδευτης ακοροΐδευτου
αιτιατική ακοροΐδευτο ακοροΐδευτη ακοροΐδευτο
κλητική ακοροΐδευτε ακοροΐδευτη ακοροΐδευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακοροΐδευτοι ακοροΐδευτες ακοροΐδευτα
γενική ακοροΐδευτων ακοροΐδευτων ακοροΐδευτων
αιτιατική ακοροΐδευτους ακοροΐδευτες ακοροΐδευτα
κλητική ακοροΐδευτοι ακοροΐδευτες ακοροΐδευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακοροΐδευτος < α- + κοροϊδεύω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακοροΐδευτος, -η, -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]