ακτιβισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακτιβισμός ακτιβισμοί
γενική ακτιβισμού ακτιβισμών
αιτιατική ακτιβισμό ακτιβισμούς
κλητική ακτιβισμέ ακτιβισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακτιβισμός < γαλλική activisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακτιβισμός αρσενικό

  1. πολιτική αντίληψη και πρακτική που δίνει μεγάλη έμφαση σε μαζικές ατομικές δραστηριότητες, όπως οι διαδηλώσεις, οι υπογραφές αιτήσεων, οι καταλήψεις κλπ., για την επίτευξη ενός στόχου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]