ακυρότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακυρότητα οι ακυρότητες
      γενική της ακυρότητας των ακυροτήτων
    αιτιατική την ακυρότητα τις ακυρότητες
     κλητική ακυρότητα ακυρότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακυρότητα < ελληνιστική κοινή ἀκυρότης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακυρότητα θηλυκό

  1. η έλλειψη εγκυρότητας, η απουσία κύρους σε μια διαδικασία, το άκυρο στοιχείο σε κάτι
    ακυρότητα εγγράφων, γάμου

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Μεταφράσεις[επεξεργασία]