αλίευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αλίευση | οι | αλιεύσεις |
| γενική | της | αλίευσης* | των | αλιεύσεων |
| αιτιατική | την | αλίευση | τις | αλιεύσεις |
| κλητική | αλίευση | αλιεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αλιεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλίευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁλίευσις < ἁλιεύω + -σις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλίευση, θηλυκό
- (αλιεία) το πιάσιμο ψαριών, είτε για τροφή, είτε για άθλημα
- ※ Όταν όμως γίνεται υπεραλίευση, ο πληθυσμός των ψαριών δεν προλαβαίνει να αναπαραχθεί και έτσι μακροχρόνια η αλίευση ικανοποιητικών ποσοτήτων θα είναι αδύνατη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Οι νόμοι της ηλιθιότητας και οι νόμοι του συμφέροντος, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αλιεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)