αλαλαγμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλαλαγμός αλαλαγμοί
γενική αλαλαγμού αλαλαγμών
αιτιατική αλαλαγμό αλαλαγμούς
κλητική αλαλαγμέ αλαλαγμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλαλαγμός < αρχαία ελληνική ἀλαλαγμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλαλαγμός αρσενικό

  1. αλαλαχή με επαναληπτική τεχνική της γλώσσας (σπανίως και με την βοήθεια των χεριών), κραυγή φέρουσα έντονου συναισθήματος, όπως πολεμικής ορμής, ενθουσιασμού, χαράς, πένθους κτλ.
  2. (κατ’ επέκταση) δυνατός ήχος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]