αλκαλικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική αλκαλικός αλκαλική αλκαλικό
γενική αλκαλικού αλκαλικής αλκαλικού
αιτιατική αλκαλικό αλκαλική αλκαλικό
κλητική αλκαλικέ αλκαλική αλκαλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλκαλικοί αλκαλικές αλκαλικά
γενική αλκαλικών αλκαλικών αλκαλικών
αιτιατική αλκαλικούς αλκαλικές αλκαλικά
κλητική αλκαλικοί αλκαλικές αλκαλικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλκαλικός < αλκάλιο + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αλκαλικός, -η, -ο

  1. (χημεία): αυτός που έχει τις ιδιότητες αλκαλίου, ή που περιέχει αλκάλιο.


32πχ Μεταφράσεις[]