ανάρρηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάρρηση αναρρήσεις
γενική ανάρρησης
& αναρρήσεως
αναρρήσεων
αιτιατική ανάρρηση αναρρήσεις
κλητική ανάρρηση αναρρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάρρηση < αρχαία ελληνική ἀνάρρησις < ἀναγορεύω (από τον τύπο του ἀνερρήθην ή από άλλο τύπο που το αναγορεύω δανειζόταν από θέματα του λέγω και ἐρῶ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάρρηση θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος για την πρώτη έννοια)

  1. η επίσημη ανάληψη καθηκόντων σε κάποια ιδιαίτερα υψηλή θέση
    η ανάρρησή του στο θρόνο
  2. η άνοδος σε κάποια σχετικά υψηλή θέση, η ανάδειξη, η αναρρίχηση
    παρακολουθώ καιρό την πορεία του και η ανάρρησή του τελικά στην προεδρία δεν με εντυπωσιάζει


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]