ανάσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ανάσταση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανάσταση οι αναστάσεις
      γενική της ανάστασης
& αναστάσεως
των αναστάσεων
    αιτιατική την ανάσταση τις αναστάσεις
     κλητική ανάσταση αναστάσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάσταση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνάστασις (έγερση από τον τάφο) - (η χριστιανική σημασία στην ελληνιστική κοινή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάσταση θηλυκό

  1. (θρησκεία) η επαναφορά στη ζωή ενός νεκρού
    η ανάσταση του Λαζάρου
  2. (ως επιφώνημα) επιτέλους!
    Το κατάλαβες, επιτέλους! Ανάσταση!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]