αναύλωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναύλωτος αναύλωτη αναύλωτο
γενική αναύλωτου αναύλωτης αναύλωτου
αιτιατική αναύλωτο αναύλωτη αναύλωτο
κλητική αναύλωτε αναύλωτη αναύλωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναύλωτοι αναύλωτες αναύλωτα
γενική αναύλωτων αναύλωτων αναύλωτων
αιτιατική αναύλωτους αναύλωτες αναύλωτα
κλητική αναύλωτοι αναύλωτες αναύλωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναύλωτος < α στερητικό + ναυλώνω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναύλωτος, -η, -ο

  • που δεν έχει ναυλωθεί, συνήθως για φορτηγά καράβια, δηλαδή για τον εμορικό στόλο, και καμιά φορά για οχήματα που ναυλώνονται

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]