ανηδονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανηδονία ανηδονίες
γενική ανηδονίας ανηδονιών
αιτιατική ανηδονία ανηδονίες
κλητική ανηδονία ανηδονίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανηδονία < αρχαία ελληνική ἀνηδονία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ni.ðɔ.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανηδονία θηλυκό

  • (ψυχιατρική) η ανικανότητα βίωσης της ευχαρίστησης, της ηδονής
    Αν αρχίσατε να νιώθετε ανηδονία στην πορεία της ερωτικής σας ζωής, τότε σκεφτείτε μήπως συνέβη κάποιο γεγονός που σας επηρέασε (π.χ. αρνητική σεξουαλική εμπειρία, σχέση κακοποίησης ή εγκατάλειψης) ή περάσατε ένα διάστημα που είχατε αποχή από τη σεξουαλική πράξη ή παρουσιάσατε επεισόδιο κατάθλιψης. (Εφημερίδα Τα Νέα, 13/4/2013)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]