Μετάβαση στο περιεχόμενο

αντίφαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντίφαση οι αντιφάσεις
      γενική της αντίφασης* των αντιφάσεων
    αιτιατική την αντίφαση τις αντιφάσεις
     κλητική αντίφαση αντιφάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αντιφάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αντίφαση < αρχαία ελληνική ἀντίφασις < ἀντίφημι < ἀντί + φημί

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /anˈdi.fa.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αντίφαση θηλυκό

  1. (λογική) η ύπαρξη έγκυρων συνεπαγωγών που ξεκινούν από μία θέση (ή θέσεις) και καταλήγουν σε μία πρόταση που είναι ψευδής ή ισοδύναμα, σε μια πρόταση και την άρνησή της, κάτι που αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να είναι αληθής
      Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
  2. (λογική) σύνθετη λογική πρόταση που είναι πάντα 'Ψευδής'[1]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Υπερώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γέωργιος Βούρος, Πάτρα 2002, «Διακριτά Μαθηματικά», σελ. 22. Προσπέλαση 2020-03-03