αντρόπιαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αντρόπιαστος < α- (στερητικό)+ ντροπιάζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αντρόπιαστος

  1. που δεν έχει ντροπιαστεί, που έχει ακέραιη την υπόληψή του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]