αποστομωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποστομωτικός < αποστομώνω + -τικός
Επίθετο
[επεξεργασία]αποστομωτικός, -ή, -ό
- που αποστομώνει
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αποστομωτικά
- → δείτε τις λέξεις αποστομώνω και στόμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποστομωτικός