αποσφαλμάτωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποσφαλμάτωση οι αποσφαλματώσεις
      γενική της αποσφαλμάτωσης
& αποσφαλματώσεως
των αποσφαλματώσεων
    αιτιατική την αποσφαλμάτωση τις αποσφαλματώσεις
     κλητική αποσφαλμάτωση αποσφαλματώσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσφαλμάτωση < αποσφαλματώνω + -ση (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική debugging

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποσφαλμάτωση θηλυκό

  1. (πληροφορική) η διαδικασία της εύρεσης και εξάλειψης των σφαλμάτων στον κώδικα ενός λογισμικού ή των ελαττωμάτων ενός ηλεκτρονικού κυκλώματος, προκειμένου να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα και αναμενόμενα
  2. (τεχνικός όρος) τεχνική διόρθωσης σφαλμάτων δεδομένων συνήθως με ειδικό προσχεδιασμό διάταξης της μεταδιδόμενης πληροφορίας (error-correcting code)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]