αποφόρτιση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποφόρτιση αποφορτίσεις
γενική αποφόρτισης
& αποφορτίσεως
αποφορτίσεων
αιτιατική αποφόρτιση αποφορτίσεις
κλητική αποφόρτιση αποφορτίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποφόρτιση < αποφορτίζω + -ση (1. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déchargement)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποφόρτιση θηλυκό

  1. (τεχνολογία) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκφόρτιση
  2. (μεταφορικά) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]