Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Νέα ελληνικά (el)
Εναλλαγή
Νέα ελληνικά (el)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Μετοχή
1.2.1
Αντώνυμα
1.2.2
Μεταφράσεις
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
αραιοκατοικημένος
2 γλώσσες
English
Malagasy
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Νέα ελληνικά (el)
[
επεξεργασία
]
↓
πτώσεις
ενικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
ο
αραιοκατοικημέν
ος
η
αραιοκατοικημέν
η
το
αραιοκατοικημέν
ο
γενική
του
αραιοκατοικημέν
ου
της
αραιοκατοικημέν
ης
του
αραιοκατοικημέν
ου
αιτιατική
τον
αραιοκατοικημέν
ο
την
αραιοκατοικημέν
η
το
αραιοκατοικημέν
ο
κλητική
αραιοκατοικημέν
ε
αραιοκατοικημέν
η
αραιοκατοικημέν
ο
↓
πτώσεις
πληθυντικός
γένη
→
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική
οι
αραιοκατοικημέν
οι
οι
αραιοκατοικημέν
ες
τα
αραιοκατοικημέν
α
γενική
των
αραιοκατοικημέν
ων
των
αραιοκατοικημέν
ων
των
αραιοκατοικημέν
ων
αιτιατική
τους
αραιοκατοικημέν
ους
τις
αραιοκατοικημέν
ες
τα
αραιοκατοικημέν
α
κλητική
αραιοκατοικημέν
οι
αραιοκατοικημέν
ες
αραιοκατοικημέν
α
Κατηγορία
όπως «
αγαπημένος
» -
Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
αραιοκατοικημένος
<
αραιο-
(
αραιός
/
αραιά
) +
κατοικημένος
Μετοχή
[
επεξεργασία
]
αραιοκατοικημένος
, -η, -ο
που χαρακτηρίζεται από
αραιή
κατοίκηση
, από χαμηλή αναλογία κατοίκων ανά μονάδα έκτασης γης
Αντώνυμα
[
επεξεργασία
]
πυκνοκατοικημένος
Μεταφράσεις
[
επεξεργασία
]
αραιοκατοικημένος
αγγλικά
:
sparsely
populated
Κατηγορίες
:
Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Νέα ελληνικά
Μετοχές (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
αραιοκατοικημένος
2 γλώσσες
Προσθήκη θέματος