αργομισθία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αργομισθία αργομισθίες
γενική αργομισθίας αργομισθιών
αιτιατική αργομισθία αργομισθίες
κλητική αργομισθία αργομισθίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αργομισθία < → δείτε τις λέξεις: αργός και μισθός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾ.ɣɔ.mis.ˈθi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αργομισθία θηλυκό

  • η κατοχή μιας θέσης που συνεπάγεται μισθό αλλά δεν απαιτεί την πραγματική προσφορά εργασίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]