Μετάβαση στο περιεχόμενο

αριστοτελικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αριστοτελικός η αριστοτελική το αριστοτελικό
      γενική του αριστοτελικού της αριστοτελικής του αριστοτελικού
    αιτιατική τον αριστοτελικό την αριστοτελική το αριστοτελικό
     κλητική αριστοτελικέ αριστοτελική αριστοτελικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αριστοτελικοί οι αριστοτελικές τα αριστοτελικά
      γενική των αριστοτελικών των αριστοτελικών των αριστοτελικών
    αιτιατική τους αριστοτελικούς τις αριστοτελικές τα αριστοτελικά
     κλητική αριστοτελικοί αριστοτελικές αριστοτελικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αριστοτελικός < Αριστοτέλ(ης) + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αριστοτελικός

  1. οπαδός των θεωριών του Αριστοτέλη
  2. έννοια που αναφέρεται στον Αριστοτέλη
      Έτσι, ο Αυγουστίνος αναγνωρίζει κυριαρχική θέση στην ατομική βούληση (βουλησιαρχικός ατομισμός), αλλά διατηρεί και το αριστοτελικό-νεοπλατωνικό στοιχείο της αιωνιότητας του Θείου Λόγου. (Αλέξης Καρπούζος, ‎Φιλοσοφία της Ιστορίας, Εργαστήριο Σκέψης, 2015, σελ. 17)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]