αριστοτελικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αριστοτελικός < Αριστοτέλ(ης) + -ικός
Επίθετο
[επεξεργασία]αριστοτελικός
- οπαδός των θεωριών του Αριστοτέλη
- έννοια που αναφέρεται στον Αριστοτέλη
- ※ Έτσι, ο Αυγουστίνος αναγνωρίζει κυριαρχική θέση στην ατομική βούληση (βουλησιαρχικός ατομισμός), αλλά διατηρεί και το αριστοτελικό-νεοπλατωνικό στοιχείο της αιωνιότητας του Θείου Λόγου. (Αλέξης Καρπούζος, Φιλοσοφία της Ιστορίας, Εργαστήριο Σκέψης, 2015, σελ. 17)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αριστοτελικός