αρρωστιάρικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αρρωστιάρικος αρρωστιάρικη αρρωστιάρικο
γενική αρρωστιάρικου αρρωστιάρικης αρρωστιάρικου
αιτιατική αρρωστιάρικο αρρωστιάρικη αρρωστιάρικο
κλητική αρρωστιάρικε αρρωστιάρικη αρρωστιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρρωστιάρικοι αρρωστιάρικες αρρωστιάρικα
γενική αρρωστιάρικων αρρωστιάρικων αρρωστιάρικων
αιτιατική αρρωστιάρικους αρρωστιάρικες αρρωστιάρικα
κλητική αρρωστιάρικοι αρρωστιάρικες αρρωστιάρικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρρωστιάρικος < αρρωστώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρρωστιάρικος

  1. Ο επιρρεπής στις αρρώστιες, ο αρρωστιάρης, ο φιλάσθενος
  2. Ασθενικός, αδύνατος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]