φιλάσθενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φιλάσθενος η φιλάσθενη το φιλάσθενο
      γενική του φιλάσθενου της φιλάσθενης του φιλάσθενου
    αιτιατική τον φιλάσθενο τη φιλάσθενη το φιλάσθενο
     κλητική φιλάσθενε φιλάσθενη φιλάσθενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φιλάσθενοι οι φιλάσθενες τα φιλάσθενα
      γενική των φιλάσθενων των φιλάσθενων των φιλάσθενων
    αιτιατική τους φιλάσθενους τις φιλάσθενες τα φιλάσθενα
     κλητική φιλάσθενοι φιλάσθενες φιλάσθενα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλάσθενος < φίλος + ασθένεια

Επίθετο[επεξεργασία]

φιλάσθενος, -η, -ο

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι πιο ευγενικός από τη συνώνυμη λέξη αρρωστιάρης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]