αρτοποιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρτοποιός αρτοποιοί
γενική αρτοποιού αρτοποιών
αιτιατική αρτοποιό αρτοποιούς
κλητική αρτοποιέ αρτοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρτοποιός < αρχαία ελληνική ἀρτοποιός < ἄρτος + ποιέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρτοποιός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]