ασίκης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασίκης < τουρκική âşik < αραβική عاشق (āşik, "εραστής")

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασίκης -ισσα, -ικο

λεβέντης, άντρας που συνδυάζει σωματικά και ψυχικά χαρίσματα. Στις γλώσσες της Ανατολής σημαίνει τραγουδιστής, πλανόδιος οργανοπαίκτης, τροβαδούρος. Τα τραγούδια των Ασίκηδων ήταν μακροσκελή, περιείχαν και διηγήσεις, κομμάτια από έπη με λόγια προσαρμοσμένα στην επικαιρότητα. Στα αραβικά "ασίκης" σημαίνει ερωτευμένος, εραστής.
ωραίος, όμορφος, λεβέντης


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]