αστάχυ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αστάχυ | τα | αστάχυα |
| γενική | του | σταχυού | των | σταχυών |
| αιτιατική | το | αστάχυ | τα | αστάχυα |
| κλητική | αστάχυ | αστάχυα | ||
| Δείτε και στάχυ, στάχι | ||||
| όπως «-υ ουδέτερα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αστάχυ < ενδιάμεσος μεσαιωνικός τύπος ἀστάχυον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ἄσταχυς < ἄ- (α- προτακτικό) + στάχυ (στάχυ)[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈsta.çi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐στά‐χυ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αστάχυ ουδέτερο
- (λαϊκότροπο) το στάχυ, το πάνω μέρος του βλαστού δημητριακών
- ※ Ο άλλος άσπρος και λιγνός, σα μαρμαροκολόνα. Κι εκείνη η νια, η αρχοντονιά, ψηλόστητη κι απλή, ίσια σα μεστωμένο και χρυσό, καλοδεμένο αστάχυ. (Άγγελος Κότσαρης, Επιστροφή στο αρχοντικό του Κρόνου, εκδ. Ιωλκός, 2000, σελ. 46)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- ἀστάχυ (πολυτονικό)
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη στάχυ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αστάχυ
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αστάχυ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα σε -υ (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α-, προτακτικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)