στάχυ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στάχυ στάχυα
γενική σταχυού σταχυών
αιτιατική στάχυ στάχυα
κλητική στάχυ στάχυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στάχυ < αρχαία ελληνική στάχυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stegʰ-, *stengʰ- (κεντώ, είμαι αιχμηρός, είμαι οξύς). Συγγενές με τα (αλβανικά) shtagë (ραβδί, κοντάρι), (πρωτογερμανικά) *staggijô

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στάχυ ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]