στάχυ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στάχυ στάχυα
γενική σταχυού σταχυών
αιτιατική στάχυ στάχυα
κλητική στάχυ στάχυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάχυ < αρχαία ελληνική στάχυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stegʰ-, *stengʰ- (κεντώ, είμαι αιχμηρός, είμαι οξύς). Συγγενές με τα (αλβανικά) shtagë (ραβδί, κοντάρι), (πρωτογερμανικά) *staggijô

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στάχυ ουδέτερο

  • (βοτανική)τα σπέρματα γύρω από τον σπερματικό άξονα τερματικά του βλαστού
    (το) στέλεχος, το επάνω μέρος του βλαστού των δημητριακών που περιέχει τα σπέρματα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • αστάχυ
  • περιφραστικά: σπερματικός άξονας και σπέρματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]