στάχυς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στάχυς στάχυε στάχυες
Γενική στάχυος σταχύοιν σταχύων
Δοτική στάχυϊ σταχύοιν στάχυσι(ν)
Αιτιατική στάχυν στάχυε στάχυς
Κλητική στάχυ στάχυε στάχυες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάχυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stegʰ-, *stengʰ- (κεντώ, είμαι αιχμηρός, είμαι οξύς). Συγγενές με τα (αλβανικά) shtagë (ραβδί, κοντάρι), (πρωτογερμανικά) *staggijô

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στάχυς αρσενικό (στᾰχῡς)

  1. (βοτανική) το στάχυ
  2. παιδί, απόγονος
  3. (αστερισμός) ονομασία άστρου στον αστερισμό της Παρθένου (spica Virginis)
  4. το κατώτερο τμήμα του υπογάστριου
  5. (ιατρική) είδος χειρουργικού επιδέσμου