αυτοσαρκαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοσαρκαστικός αυτοσαρκαστική αυτοσαρκαστικό
γενική αυτοσαρκαστικού αυτοσαρκαστικής αυτοσαρκαστικού
αιτιατική αυτοσαρκαστικό αυτοσαρκαστική αυτοσαρκαστικό
κλητική αυτοσαρκαστικέ αυτοσαρκαστική αυτοσαρκαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοσαρκαστικοί αυτοσαρκαστικές αυτοσαρκαστικά
γενική αυτοσαρκαστικών αυτοσαρκαστικών αυτοσαρκαστικών
αιτιατική αυτοσαρκαστικούς αυτοσαρκαστικές αυτοσαρκαστικά
κλητική αυτοσαρκαστικοί αυτοσαρκαστικές αυτοσαρκαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοσαρκαστικός < αυτο- + σαρκαστικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοσαρκαστικός,ή,ό

  1. αυτός που αυτοσαρκάζεται, διακωμωδεί τον ίδιο του τον εαυτό, εκφράζεται με αυτοσαρκασμό

Αυτός που διασύρει σκόπιμα τον εαυτό του και τα ελαττώματα του, με τροπο συνήθως ελεγχόμενο με σκοπό να κερδίσει την συμπάθεια ή να μετριάσει τυχόν αρνητικη κριτική ή σχόλια για τις εμφανείς του ανεπάρκειες.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]