αυτοφωράκιας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοφωράκιας αυτοφωράκηδες
γενική αυτοφωράκια αυτοφωράκηδων
αιτιατική αυτοφωράκια αυτοφωράκηδες
κλητική αυτοφωράκια αυτοφωράκηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοφωράκιας < αυτόφωρο + -άκιας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοφωράκιας αρσενικό

  • (νεολογισμός) άτομο που παρουσιάζεται ως υπεύθυνος νυχτερινού κέντρου ώστε να κλειστεί προσωρινά στο αυτόφωρο, αντί του πραγματικού υπευθύνου, σε περιπτώσεις αυτόφωρης δίωξης λόγω παραβίασης του ωραρίου λειτουργίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]