αὐδή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αὐδή αὐδά αὐδαί
Γενική αὐδῆς αὐδαῖν αὐδῶν
Δοτική αὐδ αὐδαῖν αὐδαῖς
Αιτιατική αὐδήν αὐδά αὐδάς
Κλητική αὐδή αὐδά αὐδαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐδή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂weyd-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αὐδή θηλυκό

  1. ανθρώπινη φωνή, ομιλία
  2. ήχος
  3. διάδοση, φήμη
  4. χρησμός
  5. άσμα, ωδή