διάδοση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάδοση διαδόσεις
γενική διάδοσης
& διαδόσεως
διαδόσεων
αιτιατική διάδοση διαδόσεις
κλητική διάδοση διαδόσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδοση < ελληνιστική κοινή διάδοσις < αρχαία ελληνική διαδίδωμι < διά + δίδωμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.ðɔ.si/ και /ˈðʝa.ðɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάδοση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάτι διαδίδεται
    η διάδοση ψευδών ειδήσεων είναι παράνομη πράξη
  2. (στον πληθυντικό) αστήρικτες φήμες
    αυτά είναι απλώς διαδόσεις, μη δίνεις σημασία
  3. η εξάπλωση
    η διάδοση του νέου ιού της γρίπης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]