βιβάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιβάρι βιβάρια
γενική βιβαριού βιβαριών
αιτιατική βιβάρι βιβάρια
κλητική βιβάρι βιβάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβάρι < μεσαιωνική ελληνική βιβάριον < λατινική vivarium

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιβάρι ουδέτερο

  1. θαλάσσιος χώρος που έχει περιφραχτεί κατάλληλα και χρησιμοποιείται σαν ιχθυοτροφείο
  2. καλαμένια περίφραξη σε άνοιγμα λιμνοθάλασσας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]