Μετάβαση στο περιεχόμενο

βισμούθιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
  • Χημικό στοιχείο: Bi
  • Ατομικός αριθμός : 83
  • Προηγούμενο = Pb
  • Επόμενο = Po

Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βισμούθιο τα βισμούθια
      γενική του βισμούθιου των βισμούθιων
    αιτιατική το βισμούθιο τα βισμούθια
     κλητική βισμούθιο βισμούθια
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Βισμούθιο από την Αυστραλία.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βισμούθιο < (λόγιο δάνειο) γαλλική bismuth[1][2] < μεσαιωνική λατινική bisemutum (όρος των αλχημιστών)< γερμανική Wismut,[3] αβέβαιης ετυμολογίας [4] < πιθανόν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viˈzmu.θi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός : βυ‐σμού‐θι‐ο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βισμούθιο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ βισμούθιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ βισμούθιο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. ↑ bismuth - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)
  4. 1 2 βισμούθιο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  5. ↑ bismuth#Etymology στο αγγλικό Βικιλεξικό