Masse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: masse

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Masse die Massen
γενική der Masse der Massen
δοτική der Masse den Massen
αιτιατική die Masse die Massen

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Masse < παλαιά άνω γερμανική massa < λατινική massa < αρχαία ελληνική μᾶζα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈma.sə/
Masse 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Masse (de) θηλυκό

  1. (φυσική) η μάζα
    Kraft ist gleich Masse mal Beschleunigung.
    Η δύναμη ισούται με τη μάζα επί την επιτάχυνση.
  2. μεγάλη ποσότητα από κάτι
    Sie hat eine Masse Kleidung.
    Έχει ένα σωρό ρούχα.
     συνώνυμα: Menge
  3. (στη μαγειρική) το μείγμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Masse στη γερμανική Βικιπαίδεια Άρθρο στη γερμανική Βικιπαίδεια