Masse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: masse

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Masse < λατινική massa

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Masse (de) θηλυκό

  1. η μάζα
  2. (στη [[μαγειρική) το μείγμα